Αρχική Σελίδα   |    ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΚΑΔΑ    |    ΟΙ ΔΗΜΟΙ    |    ΟΙΚΙΣΜΟΙ    |    ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ & ΜΟΥΣΕΙΑ    |    ΣΥΛΛΟΓΟΙ    |    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    |    ΑΓΓΕΛΙΕΣ    |    ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
24/4/2018 00:29:50




















  


 




Επισκέπτες Online: 188


Λίστα Ενημέρωσης

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.






Το  αίμα ψάχνει τον δρόμο του!!!
27-10-2017
Το αίμα ψάχνει τον δρόμο του!!!

Διήγημα του Τρυφωνα Τσομπάνη
                                     

Μαύρες οι μέρες της Κατοχής, του 1940-44, τόσο μαύρες που δεν μαύρισαν μόνο τις ζωές των ανθρώπων, αλλά και τις ψυχές τους. Η σκληρότητα των κατακτητών θαρρείς σαν  χολέρα μόλυνε και τις ψυχές των ντόπιων, που ενώ ζούσαν στη σκλαβιά, δεν έβαναν στο νου τους τη λευτεριά, αλλά το πώς θα ζήσουν αυτοί, έστω κι αν τα πτώματα σχηματίζανε βουνό στους δρόμους. Ακόμα και κατακτημένοι απόκτησαν τη λογική των γερμανών και των βουλγάρων, «άρπαξε για να ‘χεις και κλέψε για να φας»!!! Δειλά-δειλά στην αρχή, αλλά με περισσό θράσος αργότερα στήνονταν μικρές ομάδες κρούσης για να παλέψουν το θέμα της φτώχειας, όχι για να το λύσουν, αλλά κυρίως για να αισχροκερδήσουν εις βάρος του λαού, πλιατσικολογώντας σε περιουσίες όχι μόνο ξένων και πλουσίων αλλά και φτωχών ανθρώπων. Παλιά κακιά συνήθεια να τρωγόμαστε μεταξύ μας, ακόμα και σε δύσκολες ώρες. Αν ανατρέξει κανείς στον Τύπο των αρχών του αιώνα μας στα 1910-12, θα δει με λύπη ότι πάντα υπήρχαν «οι εφιάλτες», που κολλούσαν σα στρείδια πάνω στην εξουσία των κατακτητών για να επιβιώσουν με άνεση, εις βάρος της εθνικής τους τιμής και της ιστορικής συνείδησής τους. Η ιστορία, λένε οι ιστορικοί, πάντα κάνει κύκλους από την αρχαιότητα ως σήμερα, αλλά δεν ανακυκλώνεται για να δώσει κάτι νέο, όπως γνωρίζουμε από την  σύγχρονη ανακύκλωση, γιατί καταγράφεται και ευτυχώς ακόμα δεν πήρε απόφαση τη Βουλή των Ελλήνων να ανακυκλώσει τα βιβλία της ιστορίας μας. Έπειτα είναι και η μνήμη, αυτή η μνήμη που κάποτε σε κάνει περήφανο και γενναίο και άλλοτε σε γεμίζει φαρμάκι και πίκρα για ό,τι έχει να σου διηγηθεί. Ποιός από τους παλιούς δεν θυμάται όσα πέρασαν στην φριχτή κατοχή των Γερμανο-Βουλγάρων στην πόλη μας και ποιος θα ξεχάσει τα όσα υπέμεινε η πόλη όχι μόνο από τους καταχτητές, αλλά από αυτούς που πούλησαν τη φιλία τους στους εχθρούς για την προσωπική τους επιβίωση. Ο θάνατος πολλών ανθρώπων όχι από εχθρικό χέρι, ήταν σκληρός για κάποιους που έτυχε να βρεθούν σε λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή. Οι επίσημοι συνεργάτες των Γερμανών η οργάνωση ΠΑΟ έκανε τα χειρότερα εις βάρος των ελλήνων, και οι ομάδες κάποιων «αντιστασιακών» του κερατά, έκαναν εκκαθαρίσεις με αποφάσεις «λαϊκών δικαστών» που υπέγραφαν με το δάχτυλο στο μελάνι!!! Ήταν στραβό το κλίμα, το έτρωγε κάθε μέρα κι ο γάιδαρος! Δεν τολμούσαν να πάνε οι άνθρωποι στα χωράφια τους γιατί καμιά φορά τα κομμένα κεφάλια ήταν πιο πολλά από τους σβώλους της γης. Όταν είδαν και απόειδαν κάποιοι ότι τους εχθρούς τελικά τους φορτωθήκανε στο σβέρκο, αποφάσισαν να το παλέψουν άλλοι μεν στην αντίσταση, άλλοι στο να στηρίξουν το γερμανοβουλγαρικό καθεστώς, κι άλλοι να στηρίξουν τον εαυτό τους με το πλιάτσικο και το μαυραγοριτισμό.

Έτσι κάπως σκληρά και άδοξα χάθηκε ο Βασιλάκης Γκάλιος, ένα ορφανό παλικάρι που τον μεγάλωνε ο θείος του γιατί οι γονείς του πέθαναν νέοι. Έτυχε την λάθος ώρα, σε λάθος μέρος, τη στιγμή ακριβώς που η ντόπια συμμορία των μαυραγοριτών έκλεβε μεσ’ τα άγρια μεσάνυχτα το βιός ενός γείτονα. Δεν είπε τίποτα περισσότερο απ’ ότι θα έλεγε ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος με το βλέμμα του, μια έκπληξη και έκφραση τρόμου. Αυτό ήταν! Τον άφησαν να περάσει και να φύγει προς Θεσσαλονίκη μια και κατευθυνόταν προς τα εκεί για να πάει να ξεφορτώσει στη λαχαναγορά τα κηπευτικά του θείου του. Την επομένη μάταια η οικογένεια και οι φίλοι περίμεναν τον Βασίλη να πιούν τον καθιερωμένο ρεβυθένιο καφέ στου Μαγνήσαλη τον καφενέ. Όλοι είχαν έρθει από την πόλη, ο Βασίλης αργούσε ανησυχητικά, η ώρα πέρασε, μεσημέριασε κι ακόμα να φανεί. Κάποιοι πίστεψαν ότι κάπου θα σκάλωσε κατά τον Λαγυνά ή θα άφησε το άλογο να βοσκήσει στα Λαϊνιώτικα τσαϊρια για να το ανταμείψει για το δρομολόγιο. Μάταια όμως περίμεναν. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν είδαν το άλογο με το κάρο μόνο του να μπαίνει στην πλατεία και να σταματά στην τουλούμπα για να ξεδιψάσει. Ο Βασίλης δεν φαινόταν πουθενά. Όταν πλησίασαν κοντά είδαν τα αίματα να στάζουν από το κάρο και τον Βασίλη σφαγμένο σαν αρνί να κολυμπάει στο αίμα του. Δεν μίλησε κανείς! Ποιος να μιλήσει όταν η κατάληξη για όποιον μιλούσε ή απλά έβλεπε, ήταν τόσο σκληρή και απαίσια. Όταν πέρασε η κατοχή και τα στόματα κάπως άνοιξαν, ακούστηκαν κάποιες εκδοχές αλλά κανένας δεν μπορούσε να τις αξιολογήσει. Το πρόβλημα λύθηκε πολλά χρόνια μετά την κατοχή, όταν ένας από τους πρωταγωνιστές του φονικού άρχισε να ετοιμάζεται για τον φευγιό του από τον μάταιο αυτό βίο. Είδε πως όσοι πρωταγωνίστησαν σ’ αυτή την αποτρόπαια πράξη έφυγαν κακήν κακώς μέσα στην κατοχή και τον εμφύλιο, αυτόν όμως η τύχη του επεφύλαξε περισσότερο χρόνο ζωής για να παρατείνει θαρρείς το μαρτύριο της συνείδησης και των τύψεων. Μέρες τώρα ψηνόταν στο κρεβάτι του πόνου σφαδάζοντας από πόνους και υψηλό πυρετό. Οι γιατροί αδυνατούσαν να προσφέρουν βοήθεια  παρά τις λίρες που έταζε. Όταν πια ο επιθανάτιος ρόγχος άρχιζε να ανεβαίνει στα σωθικά του, οι δικοί του αποφάσισαν να φωνάξουν τον παπά για την τελευταία μεταλαβιά. Ο παπάς πήρε τον καντηλανάφτη και με το φαναράκι μπροστά και με τα άγια στα χέρια έφτασαν στο σπίτι του αρρώστου. Η σιγή και η αμηχανία μπροστά στο άγνωστο του θανάτου έκανε την ατμόσφαιρα πολύ βαριά. Ο παπάς πλησίασε με τη αγία μετάληψη στο κρεβάτι. Το στόμα άνοιξε για να δεχτεί την μεταλαβιά, αλλά τότε όλοι αισθάνθηκαν μια αποστροφή. Το στόμα γέμισε με εμετό έτοιμο να πνίξει τον άρρωστο. Περίμεναν λίγο, αμέσως τον καθάρισαν οι δικοί του αλλά και πάλι κάθε φορά που πλησίαζε ο παπάς γινότανε το ίδιο πράγμα. Όλοι ταράχτηκαν και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Τρομαγμένος και ο παπάς πλησίασε στο αυτί του και τον ρώτησε:

- Μήπως έχεις κάτι που σε βαραίνει και θέλεις να το ξομοληγηθείς;

Τα μάτια γέμισαν δάκρυα, τα χείλη άρχισαν να τρέμουν, το πρόσωπο άσπρισε από την αγωνία του θανάτου. Προσπάθησε να ψελλίσει όσο μπορούσε για να προλάβει θαρρείς την συγχώρεση.

-Τον Βασίλη, είπε, τον Βασίλη, εγώ τον έφαγα!!! Και έκλεισε τα μάτια του πριν προλάβει καν να λάβει την κοινωνία. Το στόμα του γέμισε με αίμα και άφησε την τελευταία του πνοή.

Έ!!!!!! έλεγε η κυρά Κατίνα η γειτόνισσά μου, «το αίμα ψάχνει τον δρόμο του».

Είναι κανόνας ζωής αυτό. Σάμπως έτσι κακήν- κακώς δεν πήγαν κι αυτοί που φάγανε τον μπάρμπα-Παναγιώτη με τον γιό του τον Κωσταντή;  Ποιόν πείραξαν οι ανθρώποι; Πήγαν στα γύρω χωριά για να πουλήσουν την πραμάτεια τους. Πραματευτάδες ήταν. Έκατσαν να πιούν ένα καφέ στο χωριό και η γυναίκα του καφετζή άκουσε κουβέντες από το ακριανό τραπέζι.

-Μπάρμπα, του λέει, πάρε το παιδί και φύγετε από την πίσω πόρτα γιατί αυτοί έχουν κακό σκοπό.

Τον οδήγησε από το παραπόρτι και ο κυρ-Παναγής παράτησε το κάρο με το εμπόρευμα και προσπάθησε να κρυφτεί στα χωράφια. Δηλαδή ουσιαστικά τους άφηνε το βιός του όλο, μπας και χορτάσουν!!! Όμως τίποτα! Αφού πήραν το κάρο με την πραμάτεια έτρεξαν στα χωράφια, τον πρόλαβαν και λαχανιασμένο τον βρήκαν να κρύβεται με τον μικρό στην αγκαλιά του πίσω από κάτι πουρνάρια. Αυτό ήταν! Του πήραν τις εισπράξεις και τον έσφαξαν σαν κριάρι με το μικρό του αρνί στην αγκαλιά, που δεν ήταν καλά-καλά εφτά χρονών! Και τότε άρχισε το άδικο αίμα να ψάχνει το δρόμο του, όπως λέει η κυρά Κατίνα. Σε λίγες μέρες πήραν φωτιά τα σπίτια τους, και ένας-ένας άρχισε να φεύγει από τη ζωή μέσα σε πόνο και δάκρυ, ξεπληρώνοντας με φόρο βαρύτερο το κακό που έκαναν σε έναν αθώο και το παιδί του. Κάποιοι δεν άντεξαν στον πόνο και τις τύψεις και έβαλαν μόνοι τέρμα στη ζωή τους.

Και όλα αυτά σε μια εποχή που ο πόνος του πολέμου και της κατοχής πλάκωνε ακόμα τη μοίρα και τις καρδιές των ανθρώπων, που στήνονταν στα ραδιόφωνα για να ακούσουν τα νέα της κατοχής ή τις ειδήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που μετέδιδε αναζητήσεις των παιδιών, που δεν βρέθηκαν τα σώματά τους στα Αλβανικά βουνά ή στα φαράγγια της Ηπείρου. Θυμάμαι τη γιαγιά μου και τις γειτόνισσες να ρωτούν πότε θα πουν τα νέα για να μάθει για τον ανεψιό της, τον ψυχογιό της τον Δημητρό, που τον είχε στην αγκάλη της από μωρό, μιας και η μάνα του πέθανε στη γέννα, και τον έστειλε μαζί με τα άλλα τρία παιδιά της να πολεμήσει για την πατρίδα, μα αυτός δε γύρισε ποτέ.

-Τι θα πω μωρέ στη μάνα του άμα τη βρω στον άλλο κόσμο; Ότι τον έστειλα στον πόλεμο να χαθεί; Και την έπνιγαν τα δάκρυα και το παράπονο.

- Ας τον καμάρωνα τουλάχιστον νεκρό και ήρωα!

Η κυρά Θοδώρα είχε κι αυτή τον δικό της πόνο και περίμενε κάποιο νέο και η απελπισία μεγάλωνε όταν άκουγαν ξανά και ξανά:

-«Ο Δημήτριος Τσομπάνης από τον Λαγκαδά, 24 ετών, κατατάχτηκε στον ελληνικό στρατό στις 28 Οκτωβρίου του 1940 στο 345 Τάγμα Πεζικού. Προωθήθηκε προς το μέτωπο στην πρώτη γραμμή, και έκτοτε αγνοείται η τύχη του. Τον αναζητεί η οικογένειά του.

-Ο Δημήτριος Δεβετζής ή Ντεμέκης από τον Λαγκαδά, 25 ετών, υπηρέτησε στην πρώτη γραμμή. Μετά την οπισθοχώρηση υπήρχαν πληροφορίες ότι ήταν εν ζωή. Έκτοτε αγνοείται η τύχη του. Τον αναζητεί η οικογένειά του».

Χρόνια ολόκληρα τα ίδια και τα ίδια, με τα αυτιά τεντωμένα στα ραδιόφωνα χωρίς καμιά ελπίδα ζωής. Ούτε ένα καντήλι, ούτε ένας σταυρός, ούτε ένα κερί στη μνήμη! Ποια μνήμη; Κι αν ζει; Το παντοτινό ερώτημα! Πουθενά σε κανένα κατάλογο πεσόντων, σε κανένα κατάλογο τραυματιών! Αγνοείται η τύχη τους ή η ζωή τους;

Πόσος πόνος και πόση απόγνωση σ’ ένα λαό που αν μη τι άλλο, δεν πείραξε ποτέ κανέναν και μάλιστα ό,τι πρόσφερε στην ανθρωπότητα ήταν πλούτος και κέρδος για τις κοινωνίες. Ειρήνη, δημοκρατία, τέχνες, πολιτισμός, αισθητική, φιλοσοφία, γλώσσα. Κι όμως δεν τον σεβάστηκε ποτέ κανείς, ίσως γιατί κι αυτός συχνά ξεχνούσε τις ρίζες του και τις διδαχές των πατέρων του και έφτανε κι αυτός στο πιο παρακατιανό σκαλί της ιστορίας του. Ο εμφύλιος, η φαγωμάρα, ο θάνατος του αδερφού. Ο Μικρασιάτης Δήμαρχος Ιωάννης Παντίρης, που έσωσε πολλούς στην κατοχή, δεν πρόλαβε να δει ελεύθερη την πόλη του. Δολοφονήθηκε στις 27 Οκτωβρίου του 1944, τημέρα απελευθέρωσης της πόλης. Κάποιοι έπρεπε να αναλάβουν την εξουσία πατώντας επί πτωμάτων. Την άλλη μέρα βρήκαν σκοτωμένο και τον μοναδικό μάρτυρα του φονικού, ένα φτωχό γεροντάκι, που έτυχε να περνάει με το γαϊδουράκι του από το μέρος εκείνο τυχαία.

Πολλές οι ιστορίες πόνου της κατοχής και του πολέμου, όμως ας κρατήσουμε στην καρδιά και το μυαλό μας τις μεγάλες και δυνατές στιγμές, αυτές που έκαναν τους ποιητές να μας καλούν στο υπέροχο μεθύσι της ιστορικής μνήμης: «Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»!!!

 

Τρύφων Τσομπάνης




 

ALBUM ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



Επικοινωνία με lagadas.net
Επιτρέπεται η αναδημοσιεύση του υλικού μόνο με την αναφορά της πηγής © 2010 lagadas.net
design by aksium