Αρχική Σελίδα   |    ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΚΑΔΑ    |    ΟΙ ΔΗΜΟΙ    |    ΟΙΚΙΣΜΟΙ    |    ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ & ΜΟΥΣΕΙΑ    |    ΣΥΛΛΟΓΟΙ    |    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    |    ΑΓΓΕΛΙΕΣ    |    ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
23/11/2017 22:10:35





















  


 




Επισκέπτες Online: 347


Λίστα Ενημέρωσης

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.






"Μεθυσμένη πολιτεία, σ΄αγαπώ!!!" του Τρύφωνα Τσομπάνη
06-11-2017
"Μεθυσμένη πολιτεία, σ΄αγαπώ!!!" του Τρύφωνα Τσομπάνη


Χρονογραφικά σημειώματα

Βλέπω φωτογραφικές αναρτήσεις με τις καζανιές για τα τσίπουρα της χρονιάς και πάει ο νους ασυναίσθητα πίσω πολλά  χρόνια, τότε που η μικρή μας πόλη ήταν «ένα τρανό χωριό» κατά το τραγούδι, κι η κάθε γειτονιά έκανε την δική της ιστορία με τα κρασιά και τα τσίπουρα. Ευτύχησα να μεγαλώσω στη «Μικρά Ελβετία» στο παλιότερο κομμάτι του Λαγκαδά εκεί όπου το ντόπιο στοιχείο έγραψε την ιστορία τούτης της πόλης επί πολλούς αιώνες. Το ντόπιο στοιχείο αυτού του μεγάλου μαχαλά, που περιτριγύριζε την εκκλησιά της Αγια-Παρασκευής και έφτανε ως το Κιόρσ-Αλή, την περιοχή δηλαδή που διαφέντευε μέχρι του 1912 ο Τούρκος Αγάς Αλής, που επειδή ήταν τυφλός στο ένα του μάτι, δηλαδή κιορς κατά την τουρκική διάλεκτο, η γειτονιά λεγόταν  του Κιόρσαλη! Από την Αγία Παρασκευή ξεκινούσαν  τα πρώτα πατητήρια, μια και οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν τα αμπελάκια τους και οικονομούνταν το κρασί της οικογένειας για όλο το χρόνο και ήταν βασικό στοιχείο της ζωής, καθότι «Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου» το λέει και η εκκλησία μας.



Στου Συργιάννη υπήρχε μεγάλο πατητήρι στο ισόγειο του δίπατου σπιτιούπου έφτανε περίπου τα δυο μέτρα ύψος, χτιστό με μια σκάλα ξύλινη εξωτερική και μια εσωτερική. Εκεί θυμάμαι πηγαίναμε τα δικά μας σταφύλια για πάτημα και μας έπαιρνε η μάνα μας στην τουλούμπα μας έπλυνε καλά με το σαπούνι τα πόδια και μας ανέβασε στην πλάτη της για να μπούμε στο πατητήρι να τσαλαβουτήσουμε στα σταφύλια. Εκεί να δεις γέλια και χαρές, εκεί  πανηγύρι τρελής χαράς καθώς το τραγούδι πήγαινε σύννεφο …«μπαίνω μεσ’ τ’αμπέλι σα νοικοκυρά, να κι ο νοικοκύρης που χαμογελά, έλα νοικοκύρη να μιλήσουμε έμορφα σταφύλια να τρυγίσουμε»!!! Παρακάτω  στου Βενιώτη άλλο πατητήρι, στου Ζλατάνου, στου μπαρμπα-Μήττα του Νταλόγκου, στου Σπύρου, στου Αιβασιλειώτη, στου Πασταρματζή, στου Φούρκα, στου Δαβελούδη και μετά οι κάτοικοι του Κιόρσαλη, που συμπλήρωσαν τη γειτονιά και ήταν πρόσφυγες Θρακιώτες από το Μπορντίβο, έστησαν κι αυτοί τα δικά τους πατητήρια, εκεί ήταν και το πατητήρι του Χαλάτση. Τα πατητήρια αυτά ήταν το απαραίτητο χτιστό στοιχείο κάθε οικογένειας που είχε το δικό του αμπέλι και έπρεπε να ρυθμίσει τα του τρύγου και της σοδειάς του. Κάποιες οικογένειες είχαν και το αποστακτήριό τους, το δικό τους καζάνι και εξυπηρετούσαν και τους άλλους γείτονες. Μέχρι πρόσφατα σώζονταν ακόμα το χτιστό πατητήρι στην αυλή και το καζάνι αλλά και το μετάλλιο που πήρε ο Μπαρμπα-Μήττας το 1936 στη Διεθνή έκθεση Θεσσαλονίκης για την καλή ποιότητα του τσίπουρου με το οποίο πήρε μέρος σε διαγωνισμό, ενώ την επόμενη χρονιά η γυναίκα του η κυρα-Αλεξάνδρα βραβεύτηκε για την καλή επεξεργασία του μεταξιού, αφού και η πόλη μας ασχολούνταν με την σηροτροφία δηλαδή την επεξεργασία του μεταξιού, εξαιτίας των μεγάλων εκτάσεων από δέντρα μουριάς που υπήρχαν και ήταν το απαραίτητο στοιχείο για την εκτροφή μεταξοσκωλήκων. Όμως αυτό που κυριαρχούσε στη ζωή της πόλης ήταν το κρασί και το τσίπουρο, που έκανε τους γειτόνους μου πάντα χαμογελαστούς, κεφάτους και χαρούμενους. Η γιαγιά-Μαρίκα μπορεί να έπινε γκαζόζα και να ζαλιζόταν, όπως έλεγε, αλλά το κρασί το έπινε αντί για νερό κάθε μέρα, κατ΄ευθείαν από το βαρέλι, κι όταν έφταναν στο τσακίρ κέφι άνοιγαν και το ράδιο και αρχινούσαν το χορό και το τραγούδι. Στη γειτονιά αυτή έζησαν και διέπρεψαν τα καλύτερα ποτήρια, άνθρωποι της δουλειάς και του μόχθου, γεωργοί, ψαράδες, εργάτες, χαμάληδες της ΕΝΩΣΗΣ, ο γιγαντόσωμος Παγουρίδης και ο Σμυρνιός μπαρμπα-Διαμαντής, δηλαδή άνθρωποι που δεν φοβόταν τη δουλειά και ήταν σκληραγωγημένοι, και πάντα έκλειναν τη μέρα τους με ένα κρεμμύδι σπασμένο με τη γροθιά, λίγες ελιές ή τυρί, καμιά λιπαριά και άφθονο ούζο ή κρασί. Εδώ γράφτηκαν τα πιο ωραία γεγονότα των «βαρελοφρόνων» της πόλης, καθώς τους έβλεπες να χαίρονται τη ζωή με αυτά τα λίγα που είχαν και ζούσαν με τη χαρά του κρασιού. Η γιαγιά μου πολλές φορές για βραδινό δεν έτρωγε φαγητό αλλά γέμιζε έναν μαστραπά κρασί, έριχνε μέσα ψωμί και το έτρωγε με την ψυχή της, και όταν την βλέπαμε και γελούσαμε μας έλεγε πονηρά «ελάτε μπρε να σας κοινωνήσω»!!! και χαιρόμασταν για τη ζαβολιά μας που πίναμε κρυφά από τη μάνα μας κρασί.. Ο περίφημος Παντέλης μονίμως εν ζάλη, ο Ζαφείρης, ο κυρ-Φώτης, ο Τέλης, ο Γιάννης, ο Μήτσος, ο κυρ-Βασίλης, ο κυρ-Τάκης, ο Κώτσος, ο Νικολάκης ο Αμερικάνος, ήταν τα κλασικά ποτήρια της γειτονιάς, που το κάθε περασμά τους ή η επιστροφή τους στο σπίτι σε κατάσταση τσακίρ-κέφι, δημιουργούσε μια νέα ιστορία. Σταματούσαν όπου έβρισκαν παρέα και αφού έριχναν κανά- δυό ακόμα γύρισαν στο σπίτι τους πάντα σε εύθυμη κατάσταση. Στο τέλος όταν έβλεπαν ότι ζόριζαν τα πράγματα και τα πόδια δεν πήγαιναν μόνα τους, έλεγαν στον κάθε περαστικό «αγαπητέ μου γείτονα μπορώ να σας πιάσω αγκαζέ;» Ένα βράδυ για ώρα προσπαθούσε ο Νικολάκης να διαβεί την εξώπορτα της αυλής αλλά δυσκολεύονταν να κεντράρει για να μπεί, γιατί του φαινόταν ότι ο αέρας φυσούσε την πόρτα και την πήγαινε πέρα-δώθε. Η φιλοσοφία τους ήταν πλέον κανόνας ζωής ότι «τα βόδια πίνουν νερό κι οι ανθρώποι κρασί». Στην κηδεία του παππού - Μπάρτζου καθώς η παρέα ξενυχτούσε τον νεκρό φίλο ήπιαν τόσο κρασί που σε λίγο άρχισαν τα τραγούδια «σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί…», σε σημείο που η χήρα φοβήθηκε γιατί θα σηκώνονταν ο πεθαμένος για χορό! Όταν κάποτε ρώτησαν τον μπαρμπα-Γιώργη πόσο κρασί ήπιε στη ζωή του, απάντησε: «Ακριβώς  δεν ξέρω πόσα βαρέλια αλλά του Ντόντσιου τον μπαχτσέ που είναι δέκα στρέμματα, έξι φορές θα τον πότιζα»!!! Ο άλλος κυρ-Γιώργης πάντα με το καβουράκι του στραβά και το μάτι γλαρωμένο, στραβά τη γραβάτα και τα πόδια σε διαδρομή σίγμα τελικού, προσπαθούσε να ισορροπήσει μέχρι να πάει στο σπίτι τραγουδώντας. Δεν έκαναν κακό σε κανέναν, αυτή ήταν η χαρά της ζωής τους, αυτή η μεγαλύτερη διασκέδαση που υπήρχε και αυτή η μοναδική απόλαυση στη ζωή της μικρής μας πόλης, που μύριζε παντού τσίπουρα, γλυκάνισο και κρασιά και οι ταβέρνες γεμάτες με τα βαρέλια έτοιμα να προσφέρουν κέφι και χαρά. Κάποιοι αποφάσιζαν να πάνε και για καντάδα  μετά την κρασοκατάνυξη και εκεί έπεφτε το γέλιο γιατί μπερδεύονταν η γλώσσα απ’ το κρασί, ή μπερδεύαν το παράθυρο, ή το θέμα, ο δε Παντέλης απειλούσε τον Λουκάκη «να τον κρεμάσει στην κολώνα με το λυχτρικό», δηλαδή το ηλεκτρικό!!! Ο κυρ-Βασίλης επιστρέφοντας στο σπίτι χαράματα, πάντα φώναζε στους γειτόνους του: «Ε…μαύροι, έχετε κρασί  και κοιμάστε ρε βόδια»!!!

Όλους αυτούς την άλλη μέρα, με το έφεγγε ο θεός το φως, τους έβλεπες στη δουλειά και τη βιοπάλη, στο χωράφι και στο γιαλό να αγωνίζονται με αίμα και ιδρώτα για το ψωμί του σπιτιού τους και για να κερδίσουν τη ζωή. Απλοί και ωραίοι άνθρωποι, σαρκικοί αλλά και πνευματώδεις με τη βοήθεια του κρασιού, ή μάλλον «οινο-πνευματώδεις», νοικοκυραίοι  και μερακλήδες της ζωής, καλαμπουρτζήδες και τραγουδιστάδες καταπληκτικοί, έχτισαν την παράδοση και την ιστορία του τόπου μας λιθάρι - λιθάρι, και …. γουλιά-γουλιά!!!

Πώς να μη αγαπήσεις έναν τόπο με τόσο ωραίους και χαρούμενους ανθρώπους!!!

Όσοι τραβάτε λοιπόν τώρα κρασιά η είστε στο καζάνι, πιέστε κι  ένα ποτηράκι για αυτούς τους μερακλήδες της πόλης μας, στη μνήμη τους και στην υγειά μας!!!

 




 

ALBUM ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



Επικοινωνία με lagadas.net
Επιτρέπεται η αναδημοσιεύση του υλικού μόνο με την αναφορά της πηγής © 2010 lagadas.net
design by aksium