Αρχική Σελίδα   |    ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΚΑΔΑ    |    ΟΙ ΔΗΜΟΙ    |    ΟΙΚΙΣΜΟΙ    |    ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ & ΜΟΥΣΕΙΑ    |    ΣΥΛΛΟΓΟΙ    |    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    |    ΑΓΓΕΛΙΕΣ    |    ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
14/11/2018 11:19:31

















  


 




Επισκέπτες Online: 166


Λίστα Ενημέρωσης

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.






"Το  παζάρι του χωριού μου" του Τρύφωνα Τσομπάνη
31-01-2018
"Το παζάρι του χωριού μου" του Τρύφωνα Τσομπάνη

Χρονογραφικά σημειώματα

Μερικές φορές κάποια θέματα μπορεί να φαίνονται μικρά και άνευ ιδιαίτερου ενδιαφέροντoς για τον ιστορικό ή τον λαογράφο ενός χωριού, όμως σ’ αυτή την μικρότητά τους μπορεί κανείς να διαπιστώσει μικρές «ιστορικές» στιγμές που σήμερα φέρνουν στην καρδιά τη νοσταλγία κι ένα χαμόγελο για τα παλιά. Αναμφίβολα ένα παρόμοιο θέμα είναι και το θέμα της έκθεσης που μας έβαλε στο γυμνάσιο, θα ήτανε γύρω στο 1973, η φιλόλογός μας η κ. Ωραιοζήλη, με θέμα «το παζάρι του χωριού μου»! Χαμός! Το τι γέλιο έπεσε δεν λέγεται. Κοιταζόμασταν μεταξύ μας και γελούσαμε αναρωτώντας τώρα τι γράφεις; Ρε πού μπλέξαμε! Το τι κράξιμο έφαγε η κ. Ωραιοζήλη δεν λέγεται. Όσα παρατσούκλια υπήρχαν της τα φορτώσαμε όλα!
Κι όμως τώρα από μια απόσταση χρόνου βλέπω πως θα είχε ενδιαφέρον να ήξερα τι έγραψαν οι συμμαθητές μου για το περίφημο αυτό θέμα. Το παζάρι του χωριού μου λοιπόν ήταν ένα από τα μεγαλύτερα παζάρια της Μακεδονίας, γιατί κατέφθαναν σ’ αυτό έμποροι και πραματευτάδες από όλη την Βόρεια Ελλάδα, αγρότες και κηπουροί, άνθρωποι που κυνηγούσαν τον επιούσιο πουλώντας από είδη τροφίμων και μπακαλικής, μαναβική, ρούχα και παπούτσια, μέχρι άλογα και άλλα ζώα, ανάλογα με την ζήτηση. Το ζωοπάζαρο του Λαγκαδά ήταν από τα πιο ονομαστά της περιοχής. Τα άλογα τα εμπορεύονταν κυρίως μια-δυο οικογένειες τσιγγάνων που έμεναν κι όλας στον Λαγκαδά, ο γνωστός και περίφημος για την εποχή του Ηλίας και ο αδελφός του ο Θωμάς. Εμπορεύονταν ακόμα και κάρα, τα οποία τα αγόραζαν κοψοχρονιά από γέρους αγρότες τα επισκεύαζαν, τα έβαφαν με τα πιο φανταχτερά χρώματα, τα στόλιζαν με κουδούνια και έτσι τα διέθεταν εύκολα. Το ίδιο μοτίβο είχαν και τα άλογα τα οποία στόλιζαν με πολλές χάντρες και χαϊμαλιά, με μια αρμαθιά κουδούνια για σαματά και βουρ στην αγορά! Ο Ηλίας, ψηλός, λεβέντης, μελαχρινός, πρασινομάτης, με λεπτό μουστακάκι γεμάτο πονηριά, δόντια στην πλειονότητα χρυσά, γιλεκάκι μαύρο που από το τσεπάκι κρέμονταν χρυσή καδένα με ρολόι, έμενε στον παλιό Λαγκαδά σε ένα μικρό χαμόσπιτο που φιλοξενούσε αυτόν με την οικογένειά του, τέσσερα παιδιά και τους δυο γονείς του αλλά και την οικογένεια του αδελφού του και όλα τα άλογα ή τις κατσίκες που είχε για πούλημα. Τώρα θα μου πείτε πώς ζούσαν σε ένα σπιτάκι δύο δωματίων καμιά δεκαριά άτομα, ένας θεός ξέρει, αλλά το πρόβλημα ήταν μόνο για τον χειμώνα, γιατί το καλοκαίρι το σπίτι αφού διέθετε ένα μεγάλο και ευρύχωρο χαγιάτι γινόταν κρεβατοκάμαρα που μπορούσε να κοιμίσει άλλους τόσους. Τον χειμώνα μια ξυλόσομπα στο κέντρο του σπιτιού εκτελούσε χρέη κεντρικής θέρμανσης, αλλά εδώ που τα λέμε δεν τους τρόμαζε το κρύο δεδομένου ότι τα μικρά τσιγγανόπουλα γύριζαν όλη μέρα ξυπόλυτα, όχι γιατί δεν είχαν παπούτσια, το αντίθετο μάλιστα αφού ο Ηλίας πουλούσε κι αγόραζε μόνο με λίρες, αλλά είχαν αυτή την απόλυτη ελευθερία στο αίμα τους από γεννησιμιού τους. Συχνά έρχονταν τα παιδιά τους στα παιχνίδια της γειτονιάς και μετείχαν σε όλα ισότιμα αφού είχαν ενσωματωθεί στην γειτονιά. Μάλιστα οι γείτονες έπεισαν τον Ηλία να στείλει το μεγάλο γιό στο σχολείο να μάθει γράμματα για να μη τον γελούν στα παζάρια! Ο Ραμαντάν, έτσι λεγόταν, ήρθε στο σχολείο τον πρώτο καιρό και έδειξε μια αξιοθαύμαστη εξυπνάδα, αλλά αυτό ήταν ως τα Χριστούγεννα. Μετά τις γιορτές δεν ξαναφάνηκε, γιατί τα παζάρια, ο κόσμος, η αγορά, η ελευθερία, το εμπόριο, ήταν γι αυτόν και τον πατέρα του το καλύτερο σχολείο. Έστι λοιπόν ο Ραμαντάν είχε εκπαιδευτεί να είναι ο δοκιμαστής και γητευτής των αλόγων, και ο πατέρας του τον χρησιμοποιούσε στην αγορά για να κάνει επίδειξη το πόσο ήσυχα ήταν τα άλογά του, αφού δεχόταν στις πλάτες του ακόμα και τον μικρό γιό του, ο οποίος καμάρωνε πάνω στις ράχες των αλόγων. Στο παζάρι κατέφθαναν ακόμα και φτωχοί άνθρωποι από τα γύρω χωριά, άλλος για πουλήσει κάποια λίγα λαχανικά, πατάτες, μέλι, αυγά, ενώ σε κάποιες γωνίες του παζαριού ήταν στημένες κάποιες κυρούλες που έπλεκαν μάλλινες κάλτσες ή έπαιρναν παραγγελίες για φανέλες που θα παραδίδονταν την επόμενη Τρίτη.
Να πούμε βέβαια ότι το παζάρι γινόταν και τότε Τρίτη ημέρα, μπροστά από τα παγοποιεία του Καρυοφύλλη, δηλαδή σε όλο εκείνο τον μεγάλο χώρο που καλύπτεται σήμερα
  από τα κτήρια του ΚΑΠΗ και των άλλων καταστημάτων, που ήταν όλα δημοτικές εκτάσεις. Σχεδόν οι περισσότερες οικογένειες του Λαγκαδά είχαν την εμπλοκή τους στο παζάρι. Οι ψαράδες με την πρωινή ψαριά κατέφθαναν από τη λίμνη στο παζάρι για ξεπούλημα και από την Κυριακή άκουγες τους γεωργούς να λένε ότι πρέπει να ετοιμάσουν «πράμα» για το παζάρι, δηλαδή να μαζέψουν ντομάτες, και τα άλλα ζαρζαβατικά για να προμηθεύσουν την πελατεία τους. Έτσι ένας που δεν ήξερε την ορολογία τους δεν μπορούσε εύκολα να μπει στο νόημα των λέξεων, ούτε φυσικά και η φιλόλογός μας, η οποία κόντεψε να πέσει ξερή όταν κάποιος μαθητής της έγραψε ότι: «Στο παζάρι του χωριού μου βγάζουν οι γεωργοί το πράμα τους και το πουλάνε»!!! Αυτό ήταν! Στο γραφείο των καθηγητών έγινε ο χαμός από τα γέλια για την ιδιαιτερότητα των Λαγκαδιανών γεωργών!!! Το παζάρι ήταν όχι μόνο πνεύμονας ζωής και εμπορικής κίνησης της πόλης, αλλά και για τα παιδιά ήταν μια πραγματική ευκαιρία ξεγνοιασιάς. Πολλές φορές μετά το σχόλασμα καταφεύγαμε στο παζάρι για χάζι και ιδίως όταν ο καιρός ήταν καλός, απολαμβάναμε την ατραξιόν που έδινε ο κυρ-Γιώργης ο αρκουδιάρης με τα πουλάκια ή την μαϊμού του. Είχε εκπαιδεύσει τα παπαγαλάκια του τραβούν μικρά χαρτάκια από ένα κουτί που αυτά έγραφαν το μέλλον των πελατών του: «Σε περιμένει μεγάλο ταξίδι ή σε ένα χρόνο θα παντρευτείς και θα κάνεις και τρία παιδιά!!!», η δε αρκούδα του ήταν έτοιμη πάντα να παραστήσει την ερωτευμένη Βουγιουκλάκη!

Σε άλλη γωνιά συναντούσες τον αθλητή Καραγιάννη, ένα παλιό παλαιστή κατά το στυλ του Τρομάρα, που έσχιζε χοντρά βιβλία και τράπουλες, έσπαγε τούβλα στο κεφάλι του, τύλιγε σίδερα στο λαιμό και ελευθερώνονταν στο λεπτό, ή τραβούσε και μετακινούσε αυτοκίνητα! Μαγικές στιγμές για τα παιδικά μας μάτια, που ήταν πρωτόγνωρα στη μικρή μας πόλη. Ακόμα θα συναντούσες ταχυδακτυλουργούς που κρατούσαν τα παιδικά μας μάτια σε υπερένταση τόση που σχεδόν ξεχνούσαμε να γυρίσουμε σπίτι για φαγητό. Περιστέρια από κουτιά, μαντήλια από τα αυτιά, κέρματα από το στόμα, σώβρακα των μικρών θεατών που χάνονταν ξαφνικά και τους τα επέστρεφε μετά την παράσταση με ένα δίφραγκο, μια και ήταν και οι μικροί στο κόλπο. Α!!! ναι και κάποιος που ήρθε να μας χαλάσει τα αναστενάρια, ο οποίος αντί να πατά σε φωτιές τις έβγαζε από το στόμα και στο τέλος έσπαγε 10 μπουκάλια μπύρας και με τα πόδια του τα έκανε θρύψαλα! Ποιος νοιαζόταν για φαγητό λοιπόν και για σπίτι! Όταν δε ερχόταν παλαιστές για παράσταση έδιναν μια μικρή γεύση στο παζάρι για να διαφημίσουν την παράστασή τους.

«Για περάστε, για θαυμάστε !!!»

Χρόνια απλά, ξένοιαστα, χαρούμενα, ανέμελα, φτωχά, αλλά καρδιές ζεστές και με ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Το βρήκαμε; Ναι. Το κρατήσαμε; ΟΧΙ. Αλλά τουλάχιστον ας κρατήσουμε τις αναμνήσεις, είναι οι μόνες που θερμαίνουν την καρδιά και το παρόν μας!

                                                                             Τρύφων Τσομπάνης




 

ALBUM ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



Επικοινωνία με lagadas.net
Επιτρέπεται η αναδημοσιεύση του υλικού μόνο με την αναφορά της πηγής © 2010 lagadas.net
design by aksium