Αρχική Σελίδα   |    ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΚΑΔΑ    |    ΟΙ ΔΗΜΟΙ    |    ΟΙΚΙΣΜΟΙ    |    ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ & ΜΟΥΣΕΙΑ    |    ΣΥΛΛΟΓΟΙ    |    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    |    ΑΓΓΕΛΙΕΣ    |    ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
19/7/2018 16:39:31

















  


 




Επισκέπτες Online: 227


Λίστα Ενημέρωσης

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.






Αποκριάτικα  Λαγκαδιανά χωρατά και μασάλια
16-02-2018
Αποκριάτικα Λαγκαδιανά χωρατά και μασάλια

Εσπερινός για τα σχώρια έγινι νουρίς - νουρίς, για να προυλάβουμι να πάμι κι στα σπίτια μας να σχωρεθούμι με στ δικοί μας, πιθιρικά, γουνικά, συγγενολόϊ.

Οι τρείς συνιφάδις αφού σχουρέθκαν σν ακκλησιά, κίνησαν για του σπίτ’ στ πιθιράς να πάν κι κεί να σχουρεθούν. Η μπάμπου πιθιρά μόλις τσ’ είδε κάτι είπι μέσα που τα δόντια τσ’ αμά καμιά δε κατάλαβι τι είπι, ήταν για καλό για κακό; Πήγει πρώτα η μεγάλη νύφ’ έβανι μετάνοια και είπε:

-  Αντι κι συ, καλή σαρακοστή και σχουριμένα

- 
Ε… σχουριμένα κι… , που αύριου δα αρχίστι πάλι να τρώγιστι σα του Γκόσιου τ’αλόγατα.

Πέρασαν και οι τρεις μια-μια ,έβαζαν μετάνοια κι τ΄φλούσαν του χέρ’.

-  Αντι, μουρή καλή σαρακουστή και καλή λαμπρή να έχουμε, μι τ’ αυγό να του κλείσουμι μι τ’ αυγό να τ’ ανοίξουμι το πγάδ’ του στόμα μας.

Κεράστηκαν αυγά, πήραν από ένα κομμάτι χαλβά ξερό και περίμεναν πότε θα έρθουν κι οι άντροι να κάμουν χλάτσκα όλνοι μαζί κι να πιούν κι κανένα ρακούδ.


Τα πιδούδια έπιζαν στου χαγιάτ, οι μιγάλοι άρχισαν να μαζώνουντι ένας - ένας. Όλνοι λίγου πολύ βρωμούσαν απού μακρυά ρακίλα. Mόλις μπήκι Γιώργης είπι μι νόημα:


-Τι μαρή κάθιστι έτσ’, άντροι μπήκαν, σκωθήτι, βάλτι ένα κρασί, μια ιλιά, ένα κρουμίδ’ τι χτάζτει στου ταβάν’. Κόμα δε σχωρέθκατε τα κρέμαστει τα μούτρα!


-Γιατί Γιώργη να σε βάλουμι κρασί; να του μπερδέψ μι του ρακί να γίνς κιορ’ κιουτούκι; Πιέ νιρό νάχεις του κιφάλισ’  γερό.


-Νιρό πίνουν μόν τα βόδια! Αντροι πίνουν ρακί κι κρασί!


Βαγγιλί έκαμι τυρόπτα, να σας βάνου από ένα παρτσόκ να φάτι, φάτι κι ένα αυγό και αει κι που χρόν’!


Κεράστηκαν όλοι κάπως γρήγορα, έκαμαν κι χλάτσκα, χάρκαν τα μικρά, αμά από κειν’ τν Θανασία που να προλάβ’ μικρό να πιάσ’ του χαλβά. Μια το άνοιγει το στόματσ’ κι του ξιλίκ κόντευει να δαγκάσ’. Χαιρέτησαν την μπάμπω και έφυγαν. Όμως οι τρεις συνφάδες κάτι σκέφτουνταν απού νωρίς. Κάτι ετοίμαζαν.


Μαζεύκαν στου σπίτι τσ΄μιγάλς συμφάδας να ντυθούν καρναβάλια. Ντρέπουνταν να του πούν ζ’ πιθιρά να μη φουνάζ, αμά και στις άντροι δεν ήθελαν να πούν τίπουτα.


Έκαναν απού νωρίς το κουμάντο. Πήραν κατ’ παλιές φανέλες του Τζότζου από τν’ ΑΠΕΛ πήραν και κατ’ σόβρακα  κι ντύθκαν πουδουσφαιριστές.


Έβαλαν κι στα μούτρα μια νάυλον κάλτσα για να μη τσ’ γνωρίζουν, σα
νίσκιουμα έγιναν τα μούτρα τσ’, έβαλαν κι γαλέτσια γιατί δεν είχαν παπούτσια πουδουσφαιρικά και πήγαν ζτ’ γειτουνιά για επίσκεψ’. Στο πρώτου σπίτ’ άνοιξαν αμά μι φόβου, γιατί είχαν κι μικρά πιδούδια, αλλά ευτυχώς ήταν άντρας στο σπίτ’ και τσ’ δέχτηκαν. Άρχισε τότε το πρόγραμμα. Έφιραν πρώτα σύκο γλυκό να τσ’ κιράσουν. Αλλά πώς να το φάν, έπρειπι να βγάλουν ντ’ κάλτσα κι να προδωθούν, Μαρίκα δεν άντιξη, άνοιξι με το δάχτυλο μια τρυπούδα ζ’ κάλτσα κι έβαλι το σύκο ολόκληρο στο στόμα. Αυτό ήταν!!! Ήρθε κείνο το βλουγημένο κι κόλισι στουν ουρανίσκου, ούτε σα κάτ’ ούτε σαπάν. Νιρό μουρί, νιρό, πνίγουμι τι μι χτάζτει; Είδαν κι απόειδαν να ντ’ κουβαλούν νιρό κι να τ’ χτυπάν ζ’ πλάτ’ να πάει σα  κάτ΄το σύκου.Το μάτιτς’ γύρισι θαρρείς.

-Ε..μαρή, αυτή λιξουράδας δα συ φάει. Θαρρείς πρώτ’ φουρά δα φάς σύκου, λουγκούρου!!! Είδαν απόειδαν οι άλλες άφσαν του γλυκό στο τραπέζ για το τέλους. Βάλθηκαν να κάνουν σκέρτσα να γιλούν. Πιτούσι Βαγγιλί ντ μπάλα αψηλά κι ορμούσε Θανασία να ντ’ πιάσσει. Αμά  μια, δυό, τρείς, σπάν’ διάουλους του πουδάριτ, κι πέφτ κάτ’…σα καρπούζ’… σακατέφκι!!!. Ούρλιαξι που πόνου. Μάτουσι του γόνατουτσ’, έτριχι αίμα. Λίγου σπίρτου μουρί, λίγου κουνιάκι, να βάνουμι που πάν!!! Αστο κάτ’ του κονιάκ’ λέει Θωμάς!! άκου κει κουνιάκ. Στου σπίτι σας του κουνιάκ για τα πουδάρια του έχτει ή για το λαιμό. Βάνει σπίρτου να βανς΄μυαλό να συ τσούξ κι λίγου, να διουμε τον πουδουσφαιριστή!!!


Αει πέρασι κι αυτό το νάμ!!!


-Τι μαρή λέει Θωμάς, τι χαζά εινί φτά παντριμένις γναίκες μι  ντύθκατε παίχτες σα του Ζαζάκι κι τον Οδυσσέα Τσακάλι!!!


-  Γω ντύθκα Κούδας, λέει Μαρίκα!!

- Κούδας κι… Αρκούδας θέλεις να πείς. Τα στραβά σας. Μας ποτρόμαξτε απόψε. Μια να πνιγεί μι το σύκου, άλλ’ σκοτωθκει με το πέσιμου. Το ξέρουν άντροι σας για τα νάμια σας;;;

- Αμάν Θωμά να χαρείς, λίγο  χαρά γύρευμαμι κι μείς κι είπαμε να κάνουμι μια πλάκα ,αμά ξυνή μας βγήκι. Τώρα τι λές στου Γιώγρη πως πουχλουπήθκα κι σακάτεψα το πόδιμ.


- Μαρή Γιώργης κοιμάτι κι ρουχαλίζ, και μι τόσου που είπιει σήμιρα, 3 μέρις ντίρλα δα είνι. Κειν’ τη πιθιρά τι ντ λές, που μας πιρνάει από ιξέταση!


- Όταν γύρισαν στο σπίτι ευτυχώς όλνοι κοιμόταν και ροχάλιζαν μακαρίως.


- Αειντι βρε καλή αποκρά κι που χρόν’ !!!

 

                                                                                        ΝΙΚΟΣ  ΝΟΥΛΑΣ

 

 

 

 




 

ALBUM ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



Επικοινωνία με lagadas.net
Επιτρέπεται η αναδημοσιεύση του υλικού μόνο με την αναφορά της πηγής © 2010 lagadas.net
design by aksium