Αρχική Σελίδα   |    ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΚΑΔΑ    |    ΟΙ ΔΗΜΟΙ    |    ΟΙΚΙΣΜΟΙ    |    ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ & ΜΟΥΣΕΙΑ    |    ΣΥΛΛΟΓΟΙ    |    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    |    ΑΓΓΕΛΙΕΣ    |    ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
17/11/2018 18:59:10

















  


 




Επισκέπτες Online: 82


Λίστα Ενημέρωσης

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.






Λαγκαδάς  28 Οκτωβρίου 1940
28-10-2018
Λαγκαδάς 28 Οκτωβρίου 1940

Αναμνήσεις του κ. Χρ. Φυλάκη

Είχε περάσει ο Αϊ-Δημήτρης και οι γιορτές δεν είχαν τελέψει ακόμα˙ κι αυτοί οι Δημητράδες στο Λαγκαδά, ο θεός να τους δίνει χρόνια, δεκάδες ήτανε σαν τους Γιάννηδες και πιο πολλοί ακόμα. Τριήμερος γιορτασμός στη γιορτή τους, για να προλάβουμε να περάσουμε απ’ όλους να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια και να ευχηθούμε τα χρονιά πολλά. Στο καφενείο του Λάγκα πίσω από την Αγιά - Παρασκευή το γλέντι κρατούσε καλά, κι η λατέρνα κι οι ζουρνάδες έπαιζαν και βαρούσαν με την ψυχή τους, ως το ξημέρωμα. Η φτώχεια θέλει καλοπέραση, λέγει ο λαός και το πήραν όλοι τους τις μετρητοίς και το έριξαν στο γλέντι. Έξω ψιλόβρεχε απ` το απόγευμα, και σε κανέναν δεν έκανε όρεξη να αφήσει τέτοια παρέα και τέτοιο γλέντι στον καφενέ, για να φύγει για ύπνο. Η Κυριακή 27 Οκτωβρίου 1940 μας είχε αφήσει, την άλλη μέρα ξημέρωνε ο θεός κατά το συνήθειο του την ίδια πάντα ώρα και έπρεπε να σηκωθούμε νωρίς για δουλειά.

Ο Χρήστος Φυλάκης χαιρέτησε την παρέα κατά τις μια και πήρε το δρόμο για το σπίτι τα πάντα ήρεμα, μια ησυχία παράξενη βασίλευε παντού, όλα σκοτεινά, μόνο η μάνα του Χρήστου ξαγρυπνούσε περιμένοντας το γιο της, όπως θα έκαναν όλες οι μάνες που είχαν γιους και έλειπαν απ` το σπίτι.

– Aιντε βρε παιδί μου, κόντεψε να ξημερώσει, αύριο έχει δουλειά, πρέπει να πας και για κοπριά. Τότε την κοπριά για τους μπαξέδες τη κουβαλούσαν απ' τα μαντριά που ήταν έξω απ` το Λαγκαδά, προς τη Μπαλάφτσα. Ο Χρήστος την καθησύχασε όπως πάντα γιατί ο ίδιος διάλογος επαναλαμβάνονταν πολύ συχνά (κάθε φορά που αργούσε: τα ίδια και τα ίδια ρε μάνα !!!). Νύχτα μέσα στη νύχτα (μετά από 2-3 ώρες ύπνο), έζεψε το άλογο και ξεκίνησε για τα μαντριά, το άλογο τραβούσε καλά, ήταν ένα σέρβικο άλογο απ’ τα καλύτερα, σε μισή ώρα ήταν κιόλας στη Μπαλάφτσα. Φόρτωσε το κάρο και νύχτα ακόμα, ξεκίνησε για το Λαγκαδά. Φτάνοντας κατά το Βαραδά είχε αρχίσει να χαράζει, μα ο καιρός ακόμα μουντός και η ψιχάλα-ψιχάλα πότιζε τη γη, τους ανθρώπους, τις καρδιές τους. Το κάρο πήγαινε τώρα σιγά - σιγά γιατί ο δρόμος ήταν χωματόδρομος, γεμάτος τρύπα και κακό, νερά και λάσπη έκαναν τη διαδρομή δυσκολότερη. Μέσα στο μούχρωμα του πρωινού φωτός βλέπει από μακριά κάποιον να τρέχει πηγαίνοντας προς Κολχικό.

- Τι έγινε ρε πατριώτη; ρώτησε αφού τον καλημέρισε. Ο άλλος δεν αντικαλημέρισε, είπε μονάχα κάποιες λέξεις λαχανιασμένα, συνεχίζοντας να τρέχει μέσα στις λάσπες του δρόμου.

– Πόλεμος!!! Οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο !!!

Αυτό κι αν ήταν μαντάτο!!! Έριξε μια καμτσικιά στο άλογο που λες και μυρίστηκε τον αγέρα κι άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μα ο δρόμος σήμερα φαινόταν μακρύτερος! Όταν έφτασε προς τα σφαγεία, οι χιλιάδες σκέψεις και συναισθήματα που βομβάρδιζαν το μυαλό και την καρδιά του, είχαν πια σταματήσει. Ηταν ώρα 7 το πρωί κι οι  καμπάνες του Λαγκαδά δεν χτυπούσαν όπως κάθε μέρα για τον πρωινό όρθρο, αλλά κάπως περίεργα, σαν να χτυπούσαν για πανηγύρι, για δοξολογία, χτυπούσαν ρυθμικά, δυνατά, τόσο που ακούγονταν έξω από το Λαγκαδά. Και το χτύπημα αυτό δεν ήταν μόνο ένα πρωινό ξύπνημα, αλλά και ένα ξύπνημα των συνειδήσεων και των αισθημάτων. Μαζί  αλυχτούσαν κι όλα τα σκυλιά του Λαγκαδά, και λαλούσαν μαζί όλα τα κοκόρια στις αυλές των σπιτιών, που λες πως ήθελαν να σκεπάσουν τη φωνή της καμπάνας ή να μεταφέρουν τον αντίλαλο της δυνατότερα σ` όλη την πόλη. Όταν έφτασε το κάρο μεσ’ τον Λαγκαδά είδε ανθρώπους να τρέχουν δεξιά κι αριστερά, βιαστικά, φωνάζοντας, γελώντας ….μια κατάσταση πρωτόγνωρη, οι ειδήσεις και τα νέα πήγαιναν κι έρχονταν η μια μετά την άλλη. Η σειρήνα του δημαρχείου άρχισε να ουρλιάζει δυνατά σχίζοντας τον Οκτωβριανό αγέρα, κι o ουρανός έριχνε το δάκρυ συνεχώς, που ενώνονταν με τα πρώτα δάκρυα που εμφανίστηκαν στα μάτια των μανάδων, των αδελφών, των γυναικών, των παιδιών. Στο σπίτι όλοι κουρνιασμένοι γύρω από τη μάνα περίμεναν το Χρήστο να ρθει, που αμέσως φάνηκε στο έμπα της εξώπορτας. Τα κορίτσια έκλαιγαν, η μάνα σκεφτική αλλά υπεροχή Ελληνίδα:

-Έγινε πόλεμος του είπε.

–Το ξέρω, θα πάμε ….. κι άρχισε η προετοιμασία. Από το σπίτι έφευγαν δυο, ο Χρήστος κι ο Γιώργης.

-Ήρθε διαταγή να παραδώσουμε το άλογο, είπαν.

-Θα το πάνε τα παιδιά, είπε η μάνα. Στην πλατεία είχαν αρχίσει κιόλας να έρχονται τα επιταγμένα αυτοκίνητα για τη μεταφορά των επιστρατευμένων, ένα τρελό πήγαινε - έλα, που δεν ήξερες τι γινόταν …. γέλια - κλάματα - χαρές - φωνές όλα μπερδεμένα κι ανάκατα δεν  ήξερες αν γινόταν πόλεμος ή πανηγύρι! Το ‘χουν οι Έλληνες από παλιά αυτό! το λέει και το τραγούδι: «σαν να παν’ σε πανηγύρι σ’ ανθισμένη λαοχαλιά μεσ’ του Άδη κατεβαίνουν, με λαούτα και βιβλία». Άλλωστε έτσι έπαθε και το πρώτο σοκ, στην ιστορία, ο γιος του Πέρση βασιλιά Αρτάβαζου, όταν ξεκίνησαν οι περσικοί πόλεμοι. Ρώτησε κι έμαθε ότι οι Έλληνες αγωνίζονταν στους ολυμπιακούς αγώνες για ένα στεφάνι ελιάς, και πριν από κάθε μάχη λούζονταν και στεφάνωναν τα κεφάλια τους, τραγουδώντας και χορεύοντας, και αναγκάστηκε να πει στον πατέρα του: «Μα καλά βασιλιά, ήξερες  ότι αυτοί είναι Έλληνες και μας οδηγείς σε πόλεμο μαζί τους;» Τα ίδια μυαλά λοιπόν και τότε και τώρα. Έξω από τον φούρνο του Βίκτωρα πάνω σε μια στοίβα από πουρνάρια 2-3 παλικάρια από τα γύρω χωριά άπλωσαν τα σακάκια τους να στεγνώσουν, και κάθονταν σιμά στην πόρτα για να ζεσταθούν κι αυτοί. Είχαν ξεκινήσει με τα πόδια απ’ το χωριό, μεσ’ τη βροχή άλλοτε περπατώντας κι άλλοτε τρέχοντας, μη και τελειώσει ο πόλεμος και δεν προλάβουν να πολεμήσουν … Κι αλλά παιδιά άρχισαν να έρχονται στο Λαγκαδά, γιατί ο Λαγκαδάς ήταν μονάδα επιστράτευσης ιππικού κι έρχονταν κι απ’ άλλα μέρη. Οι μποξαδες ετοιμάστηκαν, δύο-τρία πράγματα δηλαδή, τ’ απαραίτητα άλλωστε ο πόλεμος δεν θέλει προίκα, θέλει ψυχή και λεβεντιά μονάχα. Οι λέξεις κοφτές βγαίνουν απ’ τα χείλη, τα μάτια αποφεύγουν να συναντηθούν …..

-Φεύγω, να προσέχετε ……

 -Aιντε στο καλό, η Παναγιά μαζί σας και γρήγορα πίσω με το καλό ….

 Μια γρήγορη αγκαλιά, ένα θερμό γρήγορο φιλί, μια αγκαλιά στα μικρά …. χωρίς πολλά λόγια …. Όταν έκλεισε  η πόρτα, τότε χύθηκε το δάκρυ που κρυβόταν στη κόγχη του ματιού. Τα υπόλοιπα δάκρυα έπεσαν μπρος στην εικόνα της Παναγιάς, δάκρυα πόνου για το κακό, δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, και δάκρυα ικεσίας.

-Τώρα Παναγιά μου είναι δικά σου τα παιδιά, δικιά σου κι η φροντίδα.

Στην πλατεία, λεωφορεία, φορτηγά, κάρα, φορτωμένα παλικάρια ξεκινούσαν για τη Σαλονίκη. Όταν έφτασαν στο Βαρδάρη η ίδια κατάσταση, φωνές, γέλια, τραγούδια, κλάξον, σημαίες. Ο Γιώργος πήρε το δρόμο για το 5ο Σύνταγμα κοντά στην έκθεση, ο Χρήστος στις διαβιβάσεις στο τάγμα τηλεγραφητών, το τάγμα που ύμνησε στα τραγούδια του ο Βασίλης Τσιτσάνης. Στα τραμ σαν τσαμπιά κρέμονταν τα παλικάρια, ποιος θα φύγει πρώτος για το μέτωπο. Έφτασε στο Ντεπώ και παρουσιάστηκε στη μονάδα του, κόσμος πολύς, ως να πάρουν ρούχα είχε κιόλας βραδιάσει. Κούρνιασαν όπως - όπως στους θαλάμους περιμένοντας να ξημερώσει, μέχρι νεωτέρας διαταγής όπως τους είπαν … μα που να κλείσουν τα μάτια, όλοι περίμεναν το ξημέρωμα …..Κατά τις 4 το πρωί η φωνή του αξιωματικού ήταν το εμβατήριο. Πήραν ξηρά τροφή, κουραμάνες, τα σακίδια στη πλάτη και ξεκίνησαν για το σταθμό, θα έπρεπε να συνδράμουν ως λόχος διαβιβάσεων στην 6η Μεραρχία. Ξεκίνησαν για το σταθμό με τα πόδια …. «Ντεπώ - Σταθμός»….,και η βροχή να μην αστειεύεται, να ρίχνει όσο μπορούσε. Οταν έφτασαν στο σταθμό δεν υπήρχε στεγνό σημείο στο σώμα τους. Στις 12 ανέβηκαν στο τρένο και ξεκίνησαν για Σέρρες, αυτό δεν ήταν ταξίδι επίστρατων, ήταν εκδρομή, φωνές, τραγούδια, ανέκδοτα, γέλια και η υγρασία να χτυπάει στο κόκαλο, τα ρούχα έσταζαν. Μόλις έφτασαν στις Σέρρες και βρήκαν τα πρώτα καταλύματα σε κάποιο στρατόπεδο, ήρθε διαταγή να φύγουν για Νιγρίτα, πεζοπορία υπό βροχήν˙ το κατάλυμα στη Νιγρίτα ήταν κάτι καπναποθήκες. Ισα που πρόλαβαν να στεγνώσουν τα ρούχα, σε δυο μέρες ήρθε διαταγή να φύγουν για Σιδηρόκαστρο˙ ξανά με τα πόδια πίσω, υπό βροχήν με τραγούδια, γέλια, ιστορίες και χωρατά γι’ αυτούς που ξεκίνησαν τον άδικο πόλεμο. Έναν πόλεμο που οι Έλληνες τον έκαναν με το χαμόγελο στα χείλη !!!

 

 Επιμέλεια και επεξεργασία κειμένου Τρ. Τσομπάνη





 

ALBUM ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



Επικοινωνία με lagadas.net
Επιτρέπεται η αναδημοσιεύση του υλικού μόνο με την αναφορά της πηγής © 2010 lagadas.net
design by aksium