Αρχική Σελίδα   |    ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΚΑΔΑ    |    ΟΙ ΔΗΜΟΙ    |    ΟΙΚΙΣΜΟΙ    |    ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ & ΜΟΥΣΕΙΑ    |    ΣΥΛΛΟΓΟΙ    |    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    |    ΑΓΓΕΛΙΕΣ    |    ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
18/5/2021 21:09:47














  


 




Επισκέπτες Online: 455


Λίστα Ενημέρωσης

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.






«Σήμερα τα Φώτα κι οι φωτισμοί...»
06-01-2021
«Σήμερα τα Φώτα κι οι φωτισμοί...»
 

«Το εσπέρας παρήλθεν υμνολογούμενον και η νυξ πρέκοψεν φέρουσα μεθ’ εαυτής τους ήχους των θεοφανείων καλάντων, άτινα έψαλλον ουχί πλέον οι μικροί παίδες της παραλιμνίου πολίχνης του Λαγκαδά, αλλά συντροφίαι ενηλίκων ανδρών οίτινες περιώδευον περί όλην την πόλιν καλαντίζοντες μετ’ ευφροσύνης και χαράς ανεκλαλήτου…».

Κάπως έτσι πιστεύω θα περιέγραφε ο κυρ-Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης την παραμονή των θεοφανείων στον Λαγκαδά, όπου η γιορτή των φώτων γιορτάζονταν με ιδιαίτερο τόνο και τρόπο. Το πρωϊ της παραμονής των φώτων οι καμπάνες χτυπούσαν από την χαραυγή, χαραή έλεγε η γιαγιά μου, και τότε διαβάζονταν οι περίφημες ακολουθίες των μεγάλων ωρών των Θεοφανείων, ενώ ακολουθούσε μετά η πανηγυρική λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, κατά τη διάρκεια της οποίας, κατά αρχαίο έθος, βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι της εκκλησίας, με τα νερά του μεγάλου αγιασμού.

Η βιασύνη βέβαια των ιερέων να τελειώσουν νωρίς την λειτουργία αποσκοπούσε και σε έναν άλλο λόγο, στο να προλάβουν να αγιάσουν όλη την πόλη, τα σπίτια και τα καταστήματα των ανθρώπων. Όσοι πλαισίωναν τους χορούς των ψαλτών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον περίμεναν να ακούσουν και να ισοκρατήσουν στο περίφημο τροπάριο της ενάτης ώρας που έλεγε:

«Την χείραν σου την αψαμένην την ακήραττον κορυφήν του Δεσπότου…», και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι ψάλτες μάλωναν μεταξύ τους για το ποιος θα ψάλλει το περίφημο αυτό δοξαστικό τροπάριο, που ψάλλονταν σε ύφος αποστόλου, όπως το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου» της Μεγάλης Παρασκευής. Κατόπιν ξεκινούσε η δική μας αγωνία, των παιδιών, που περιμέναμε να μας διαλέξει ο Παπάς να βγούμε μαζί του στο φώτισμα των σπιτιών, κρατώντας το μπακράτσι και εξασφαλίζοντας ένα σίγουρο μπαξίσι, ή οι υπόλοιποι να ξεχυθούμε στους δρόμους και τις πλατείες ψάλλοντας το:

«Σήμερα τα φώτα κι οι φωτισμοί και χαρές μεγάλες στους ουρανούς, απ’ τους ουρανούς εκατέβαινε, σπάργανα κρατούσε κεριά άναφτει, και τον άγιο Γιάννη παρακαλεί, άγιε Γιάννη αφέντη και Πρόδρομε σήκω να βαφτίσεις Θεού παιδί, με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα και με τις λαμπάδες στα χέρια σου. Δύναμαι και σώζω και προσκυνώ, αύριο θα ανέβω στον ουρανό να παρακαλέσω τον Κύριο, να απολύκει δρόσο κατά την γήν, να καταπρααίνουν τα είδωλα να κατασπαράξουν τα ζούζουλα».

Είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα παιδιά να γνωρίζουν εκ των προτέρων σε ποιο σπίτι θα πήγαιναν να τραγουδήσουν και συμπληρωματικά ποιο καλάντισμα θα επισυνάψουν για τους νοικοκυραίους. Αν για παράδειγμα το σπίτι είχε κορίτσια για παντρειά, τραγουδούσαν και το: «Προξηνητάδες έρχονται από μέσα από την πόλη, ρωτούν εδώ ρωτούν εκεί πού να ’βρουν τέτοια κόρη, τέτοια καλή τέτοια όμορφη τέτοια και μαυρομάτα, πούχει το μάτι σαν καυχί, το φρύδι σαν γαϊτάνι το δόλιο το ματόκλαδο ξαγόρασμα δεν έχει».

Αν στο σπίτι υπήρχαν παλικάρια της παντρειάς, τότε άλλαζε το περιεχόμενο του τραγουδιού: «Αυτόν το γιό που έχετε να το αραβωνιάστε, να πάρτε νύφη από μακριά και νύφη από τα ξένα. Δεν θέλω νύφη από μακριά και νύφη από τα ξένα μον’ θέλω την γειτόνισσα την παραμαυρομάτα, πόχει το μάτι σαν καυχί το φρύδι σαν γαϊτάνι». Δίνοντας έτσι στο παλικάρι την ευκαιρία να εκφράσει την δική του επιλογή.

Όταν όμως τα πράγματα, παρά τον ωραίο καλαντισμό, δεν ήταν επωφελή για το ταμείο των παιδιών, τότε τα πράγματα αγρίευαν απότομα: «Σένα σε πρέπει αφέντη μου τορβάς και δεκανίκι, να σε γαβγίζουν τα σκυλιά και πέντε –δέκα λύκοι». Και τελείωναν άδοξα και με νεύρο.

Τα τραγούδια αυτά τραγουδούσαν μικροί - μεγάλοι, με τη διαφορά ότι τα μεγαλύτερα παιδιά, πάνω από τα 18 έβγαιναν αργά το βράδυ για να καλαντίσουν, κρατώντας μάλιστα στα χέρια τους και τοπούσκες, χοντρά ξύλινα ραβδιά, με τα οποία κρατούσαν ρυθμικά τον ήχο χτυπώντας τα στο δάπεδο των σπιτιών. Όπου τα σπίτια είχαν ξύλινα πατώματα, άκουγες τη νοικοκυρά να λέει «ε… μπρέ, βαράτε με γνώμ’, μη το γκρεμίσουμε το σπίτ’».

Μάλιστα σε κάποια περίοδο, μετά την κατοχή, μεγάλες παρέες ανδρών και γυναικών έβγαιναν και τραγουδούσαν τα κάλαντα αργά το βράδυ, και τα χρήματα που μάζευαν τα πρόσφεραν στην ενορία για να αγοράσουν κάποιο καντήλι ή ότι χρειάζονταν ο ναός του χωριού ή για φιλανθρωπία. Το έθιμο διατηρείται ακόμη και σήμερα στον Λαγκαδά. Πάντως είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι μεγαλοκοπέλες και οι ελεύθεροι άντρες είχαν την ελπίδα ότι κάποιος θα ρθεί να τους καλαντίσει και μπορεί να αλλάξει η τύχη τους στη νέα χρονιά. Θυμάμαι πάντα τον κυρ-Βασίλη τον κουρέα, εβδομηκονταετή νέο, να περιμένει πώς και πώς να του τραγουδήσουμε το «αυτόν το γιό πού έχετε να τον αρραβωνιάστε» και στις ευχές μας «και του χρόνου διπλός κυρ-Βασίλη με ένα καλό τυχερό», απαντούσε πάντα με γενναίο φιλοδώρημα, λέγοντας «απ’ το στόμα σας και στου Θεού τ’ αυτί».

Δεν ήταν λίγοι επίσης εκείνοι που περίμεναν τον Παπά να αγιάσει το σπίτι και τα υποστατικά τους για να φύγει το κακό και κυρίως οι καλικάντζαροι, που πίστευαν ότι τους είχαν βάλει στο μάτι και δεν μπορούσαν να δούν χαϊρι. Ο Θοδωρής, συγχωρεμένος εδώ και χρόνια, γέρασε με την έγνοια ότι τα «σαραντούδια» δηλαδή οι καλικάντζαροι, τον κυνηγούσαν όλη τη χρονιά και τον έπαιρναν στο κατόπι.

Όσοι είχαν την ευκαιρία να γυρίζουν με τον Παπά για να αγιάσουν τα σπίτια, θα θυμούνται τα κάθε είδους ευτράπελα που αντιμετώπιζαν στα σπίτια που πήγαιναν και τις απαιτήσεις των ανθρώπων να φωτίζει ο παπάς ακόμη και τον σταύλο. Έτσι σε ένα σπίτι καθώς ζήτησε η νοικοκυρά επίμονα να πάει ο Παπάς να φωτίσει και τα ζώα της, καθώς ο Παπάς έξω από την πόρτα έβαλε το χέρι του μέσα στο σταύλο και γύρισε το πρόσωπό του πίσω για να αποφύγει τις δυσοσμίες του χώρου, με αστραπιαία κίνηση ο γάϊδαρος του σταύλου του άρπαξε την αγιαστούρα του βασιλικού από το χέρι, προς έκπληξη του Παπά αλλά προς χαρά της νοικοκυράς που πίστεψε ότι ο γάϊδαρός της είναι πλέον περισσά ευλογημένος.

Την άλλη μέρα οι εκκλησιές γέμιζαν κόσμο που όλοι κρατούσαν στα χέρια ποτήρια, μαστραπάδες, μπουκάλια, για να πάρουν αγιασμό να έχουν όλο το χρόνο στο σπίτι για αγιασμό και κάθε πρόβλημα. Ήταν χαρακτηριστικό ότι στην αγιά-Παρασκευή, ετοιμάζονταν η κολυμβήθρα στην πλατεία πάνω σε εξέδρα από βραδίς, σκεπάζονταν με νάιλον για να είναι έτοιμο το νερό το πρωί. Όμως μερικές φορές, καθώς το βράδυ έκανε πολύ παγωνιά και πάγωνε το νερό, αναγκάζονταν ο Παπάς να σπάσει τον πάγο με τον Σταυρό για να ευλογήσει τα ύδατα. Τότε πιστεύαμε ότι η χρονιά θα είναι καλή και θα ψοφήσουν όλα τα «ζούζουλα», όπως τραγουδούσαμε και στα κάλαντα.

Για κάποια χρόνια η ευλογία του αγιασμού δινόταν και στην λίμνη μας, όπου μετέβαινε ο δεσπότης με την ακολουθία του και πλήθος κόσμου για να αγιάσει τα νερά και να έχουν καλή ψαριά. Ομως με την εξαφάνιση της λίμνης σταμάτησε η παράδοση. Τώρα γίνεται στην πισίνα των Λουτρών.

Ωραίες ιστορίες, νοσταλγικές, χαρούμενες ή για άλλους λυπημένες, αλλά ανθρώπινες και με ζεστασιά, που ακόμα γλυκαίνουν την μνήμη μας. Πάντως αύριο ξημερώνουν ΦΩΤΑ και εύχομαι να είναι ΟΛΟΦΩΤΑ για όλους μας και κυρίως για την Πατρίδα και την Πόλη μας.

Χρόνια καλά και φωτεινά σε όλους.

ΤΡΥΦΩΝ ΤΣΟΜΠΑΝΗΣ





 

ALBUM ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



Επικοινωνία με lagadas.net
Επιτρέπεται η αναδημοσιεύση του υλικού μόνο με την αναφορά της πηγής © 2010 lagadas.net
design by aksium