Αρχική Σελίδα   |    ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΚΑΔΑ    |    ΟΙ ΔΗΜΟΙ    |    ΟΙΚΙΣΜΟΙ    |    ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ & ΜΟΥΣΕΙΑ    |    ΣΥΛΛΟΓΟΙ    |    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    |    ΑΓΓΕΛΙΕΣ    |    ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
20/10/2021 04:30:25














  


 




Επισκέπτες Online: 494


Λίστα Ενημέρωσης

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.






ΟΙ ΚΑΝΤΑΔΟΡΟΙ ΤΟΥ ΛΑΓΚΑΔΑ
20-12-2012
ΟΙ ΚΑΝΤΑΔΟΡΟΙ ΤΟΥ ΛΑΓΚΑΔΑ

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Του Τρύφωνα Τσομπάνη

«Δυο μαύρα μάτια, μ’ είχαν τρελάνει ένα δείλι, δυο μαύρα μάτια μου πήραν την καρδιά…» η φωνή ακουγόταν από μακριά, αλλά η νυχτερινή ησυχία βοηθούσε ν’ ακούγεται το τραγούδι καλά.

Συχνά τα βράδια άκουγες καντάδες στο Λαγκαδά, από τα παιδιά που η αγάπη πλήγωνε τα στήθη τους και μια και δεν τους έπιανε ο ύπνος, παίρνανε τους δρόμους να τραγουδήσουν την αγάπη τους.

Πότε 3-4 πότε περισσότεροι, άλλοτε με κιθάρες κι άλλοτε σόλο φωνή, παίρναν τους δρόμους και τα σοκάκια και μέσα στο μισοσκόταδο, γιατί κι οι κολόνες της ηλεκτρικής εταιρίας δεν έδιναν και πολύ φως, έβγαζαν τον καημό και τον πόθο τους στο σεργιάνι.

Είχε ωραίες φωνές στο Λαγκαδά, και πάντα ξεχώριζαν οι καλύτερες, άλλωστε οι πατριώτες μας ήταν πάντα μερακλήδες και γλεντζέδες, και συχνά άκουγες στα καφενεδάκια και στις ταβέρνες παρέες–παρέες να τραγουδούν καταπληκτικά. Ακόμα και τώρα οι λίγοι αναπομειναντες μερακλήδες, που τα πόδια τους δεν αντέχουν για μια νυχτερινή βόλτα «μετά… καντάδος», μαζεμένοι στο σαλόνι του ΚΑΠΗ ξαναθυμούνται τα παλιά και τους καημούς της νιότης τους με νοσταλγικά τραγούδια, που σε γυρίζουν πίσω στο χρόνο και στη θύμηση, «λες και ήταν χτες, λες και ήταν χτες…».

Οι φωνές όλο και πλησίαζαν πιο κοντά, χαμήλωσα τη λάμπα και τράβηξα την κουρτίνα να δω τους κανταδόρους, οι οποίοι συνεπαρμένοι από το τραγούδι και τον νταλκά τους δεν λογάριαζαν το χειμωνιάτικο κρύο «Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής». Έξω το φως λιγοστό, από νωρίς γκρίζα σύννεφα είχαν σκεπάσει την πόλη, η ομίχλη τραβήχτηκε, κι έδωσε τη θέση της σε ένα καιρό χιονιά και οι χήνες πέταξαν προς τη λίμνη! Σημάδι πως πλησίαζε χιονιάς.

Δεν ξεχώριζα πρόσωπα κανταδόρων, όμως ήταν οι ίδιοι που εδώ και πολύ καιρό πολιορκούσαν τη γειτονιά μας ασφυκτικά, μέχρι να «πέσει» το «κάστρο» που ονειρεύονταν. Είχα μάθει πλέον τις φωνές τους και όλοι τους γνωρίζαμε, όπως είχαμε μάθει και το ρεπερτόριο τους απ’ έξω.

Η γιαγιά μόλις άκουσε το πρώτο τραγούδι έλεγε με πονηρό χαμόγελο «άιντε ήρθαν πάλι οι γαμπροί της γειτονιάς μας». Τη δική μου περιέργεια να δω ποιοί τραγουδούσαν, την είχαν κι άλλοι στη γειτονιά, κι άλλοι μεν κρυμμένοι πίσω από τις κουρτίνες προσπαθούσαν να ξεχωρίσουν πρόσωπα, άλλοι έκαναν πως κάτι ξέχασαν έξω κι έβγαιναν να δουν, άλλοι τότε θυμούνταν ότι ήθελαν να σκεπάσουν την τουλούμπα μη παγώσει, κι κυρά – Βαγγελιώ είχε ανοίξει μόνιμα μια τρύπα στην καλαμιά του φράχτη και χόρταινε την περιέργεια της.

Το πρωί βέβαια, στο πρώτο έβγα, στο μανάβη ή στον ψαρά, άκουγες και τα σχετικά σχόλια …

«άμα τι τραγούδια κι εκείνα εψές, και τι καλά που τραγουδούσαν!»

«ε… τουλάχιστον να γίνει και κάτι, μην απομείνει στα παιδιά ο πόνος στο λαιμό!!!»

«ε… τυχερές αυτές που τις τραγουδάνε…».

Ήταν Δεκέμβρης, μέρες γιορτών και κείνο το βράδυ την έβγαλα στο πρεβάζι του παραθύρου να ακούω τους ερωτευμένους κανταδόρους. Ειν’ αλήθεια πως η γειτονιά μας είχε αρκετά κορίτσια ανύπαντρα, φανταστείτε λοιπόν τι γινόταν τα βράδια καθώς άδειαζαν τα ταβερνάκια και τα παλικάρια δεν τα έπιανε ακόμα ο ύπνος; Όλοι περνούσαν από τη γειτονιά της αγαπημένης τους για ένα τραγούδι, μια φορά μάλιστα ξεσήκωσαν και τη λατέρνα από το καφενείο της γειτονιάς και τη βγάλαν στο σεργιάνι μέσα στ’ άγρια μεσάνυχτα. «Χαράματα η ώρα τρεις θα’ ρθω να σε ξυπνήσω, κρυφά από τη μάνα σου, να σε γλυκοφιλήσω…». Βραδιές - βραδιές άκουγες ένα μοναχικό σφύριγμα να τραγουδά ένα ολόκληρο σκοπό, ήταν τόση η ησυχία της νύχτας που απολάμβανες πραγματικά το σφύριγμα του μοναχικού κανταδόρου, που, καθώς γύριζε σπίτι του έστελνε τα δικά του «μυστικά μηνύματα» σε κάποιο παραθύρι.

Πάντως η γειτονιά μας είχε αρκετούς κανταδόρους, που βέβαια δεν τραγουδούσαν στη δική μας γειτονιά, αλλά όταν τελείωναν την καντάδα τους σε άλλες γειτονιές, μετά όλη η παρέα περνούσαν από τα σπίτια όπου άφηναν ένα - ένα τα παιδιά της συντροφιάς. Το τραγούδι άρχισε να ζωηρεύει… «Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου και πάλι φίλε μου απόψε, απόψε ο κήπος επλημύρισε, έλα και μύρισε και κόψε…». Ήμουν καθηλωμένος στο παράθυρο, καθώς είδα να πέφτουν οι πρώτες μεγάλες νιφάδες του χιονιού, άνοιξα τα μάτια διάπλατα να θαυμάσω την ομορφιά μέσα στη νύχτα, δεν μου έφτανε όμως αυτό… άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω, το χιόνι είχε αρχίσει να ασπρίζει τα πάντα, τα χρυσάνθεμα στην αυλή μας σκεπάστηκαν με τις πρώτες νιφάδες, και κάποιες ντάλιες που απομείναν ανθισμένες στην αυλή, δέχτηκαν την δροσερή αγκαλιά του χιονιού. Τι ώρα ήταν δεν είδα, κάποια σκυλιά αλυχτούσαν στη μοναξιά τους, κάποια παιδιά ξενυχτούσαν για την αγάπη, κάποια κορίτσια μέσα στα σπίτια έβλεπαν τα πιο γλυκά όνειρα τους. «Καληνύχτα, τα τραγούδια που σου ‘γραψα κρύψτα, φύλαξε τα βαθιά στην καρδιά…».

Καληνύχτα, και… καλά Χριστούγεννα.




 



 

ALBUM ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



Επικοινωνία με lagadas.net
Επιτρέπεται η αναδημοσιεύση του υλικού μόνο με την αναφορά της πηγής © 2010 lagadas.net
design by aksium