Αρχική Σελίδα   |    ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΚΑΔΑ    |    ΟΙ ΔΗΜΟΙ    |    ΟΙΚΙΣΜΟΙ    |    ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ & ΜΟΥΣΕΙΑ    |    ΣΥΛΛΟΓΟΙ    |    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    |    ΑΓΓΕΛΙΕΣ    |    ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
25/7/2021 06:57:55












  


 




Επισκέπτες Online: 323


Λίστα Ενημέρωσης

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.






To Κακό δε ξεχνιέται ποτέ ! * Του Τρύφωνα Τσομπάνη
26-10-2015
To Κακό δε ξεχνιέται ποτέ ! * Του Τρύφωνα Τσομπάνη

 

«Ε…το κακό δε ξεχνιέται ποτέ», έλεγε ο θείος, κάθε χρονιά τέτοιες μέρες που πλησίαζε του Αϊ -Δημήτρη και οι γιορτές του ΟΧΙ. Μέρες που ήταν όλο και μαζευόμασταν σε κάποιο σπίτι για κάποιον Δημητρό ή Δημητρούλα, όπου πάντα ένα στρωμένο τραπέζι περίμενε τους επισκέπτες για να κεραστούν στην υγειά του εορτάζοντα. Εκεί μεταξύ «τυρού και αχλαδίου», μεταξύ του ταψιού με τα ψημένα τσιρόνια και τα φασόλια γίγαντες, τα τουρσιά, το καλό κρασί και τα γλυκάδια, έρχονταν στο νου των παλιότερων όλες οι περασμένες αναμνήσεις των ημερών αυτών. Η γενιά μου είχε το προνόμιο να μη γνωρίσει πόλεμο αλλά ήταν κοντά στα χρόνια εκείνα που οι αναμνήσεις απ’ το κακό ήταν ακόμα ζωντανές. Οι τάφοι των 11 νεκρών παλικαριών του Λαγκαδά, που άφησαν την ύστατη πνοή τους στα βουνά της Αλβανίας, ήταν ακόμα με αναμμένο το καντήλι και τα φρέσκα λουλούδια. Μάνες και αδερφάδες μαυροντυμένες, ακόμα πότιζαν με το δάκρυ τους τη μνήμη και τους τάφους των αγαπημένων. Πώς να ξεχαστεί λοιπόν το κακό! Κι αυτοί που έμειναν πίσω ή γλύτωσαν απ’ το κακό, άλλα τόσα παιδιά, με τραύματα και κρυοπαγήματα, με βόλια στα κορμιά τους, έμεινα να παλεύουν με τις μνήμες του κακού και τους εφιάλτες της νύχτας. 100 παιδιά έστειλε ο Λαγκαδάς στον πόλεμο, τα 11 δεν ήρθαν πίσω ποτέ, άλλα τόσα με ένα παράσημο στο πέτο ως τραυματίες και ανάπηροι πολέμου που τους βλέπαμε στις παρελάσεις στο ηρώο και τα άλλα με τραύματα στην καρδιά για όσα είδαν και έζησαν. Πάντα οι μνήμες αυτές παίδευαν το θείο και με τρόπο παραστατικό, θαρρείς και το ξαναζούσε, ξεκινούσε την αφήγηση της πορείας τους πάνω στα χιονισμένα βουνά του αλβανικού μετώπου. Έβλεπα τα μάτια του να μεγαλώνουν και κάθε τόσο να υγραίνονται, καθώς περιέγραφε την πορεία προς τη Χειμάρα και το Τεπελένι. Τα μουλάρια φορτωμένα με τα κιβώτια των πυρομαχικών, να αδυνατούν να βαδίσουν μέσα στο χιόνι και ο αθάνατος έλληνας φανταράκος που τα ζώα ήταν η ζωή του και η ελπίδα του για το μέλλον, τα ξέζευε από τα φορτία και τα πολυβόλα και ζεύονταν αυτός για να τραβήξει το βάρος μέχρι «να πάρουν μια ανάσα τα ζα » όπως έλεγαν. Κι ύστερα ερχόταν σαν ταινία όλες εκείνες οι μαύρες νύχτες του πολέμου, να μετρούν τους απόντες και τραυματίες των βομβαρδισμών και των επιθέσεων, αλλά και τα βροντερά αέρα που αναπτέρωναν το ηθικό και οδηγούσαν στο θαύμα του έπους του ’40. Πίσω στο Λαγκαδά η κατάσταση ήταν ίδια σχεδόν με αυτή του μετώπου. Βαρύς χειμώνας και παγωνιές, έλλειψη βασικών αγαθών, ανέχεια, σκοτάδι και φόβος, φόβος πολύς που δεν άργησε να επιβεβαιωθεί όταν οι Γερμανία μπαίνει πλέον στον πόλεμο.

Από τότε λοιπόν οι δικοί μας γνώρισαν με τον πιο άμεσο τρόπο τον «πολιτισμό» των σημερινών συμμάχων και αυτή η «γνωριμία» κράτησε τέσσερα μαύρα χρόνια αλλά έχει και συνέχεια. Τέσσερα χρόνια που ο τόπος μας δεν θα ξεχάσει ποτέ. Όταν έγινε η συνθηκολόγηση και γύρισαν πίσω τα παιδιά με τα πόδια από το μέτωπο, όλοι πίστεψαν ότι τέλειωσε ο πόλεμος και το κακό. Αμ…δεν ήταν έτσι, γιατί το κακό τότε ξεκινούσε πραγματικά. Η κατοχή ήταν ένας καθημερνός πόλεμος μέσα στα χωριά και τις πόλεις μας ,μέσα στα σπίτια και στα χωριά μας. Η Γερμανική μπότα βαρειά, και ακόμα βαρύτερη για όσους είχαν την ατυχία να τη γνωρίσουν από κοντά. Το στρατόπεδο του Παύλου Μελά στη Σταυρούπολη, πλημμύρισε από κόσμο φυλακισμένο χωρίς κανένα σοβαρό λόγο. Σε όποιον Γερμανό δεν άρεσε η περπατησιά σου και το βλέμμα σου, θεωρούσε ότι κινδύνευε η κραταιά Γερμανία. Πολλά παιδιά του Λαγκαδά, πέρασαν άσχημες μέρες στου Παύλου Μελά και ακόμα περισσότερα ένοιωσαν την ανάσα του θανάτου στο πρόσωπό τους. Ο μπαρμπα-Θεμιστοκλής ο Μαπίτσος είδε και έπαθε να περάσει το μπλόκο των Γερμανών στη Σταυρούπολη, καθώς πήγαινε ζαρζαβάτι στη λαχαναγορά, αλλά κάτω απ’ τα τελάρα έκρυβε όπλα. Έκανε το μεθύστακα για να ξεγελάει τους Γερμανούς που αφού δεν καταλάβαιναν τίποτα του δίνανε και καμιά με τον υποκόπανο και τον διαολόστελναν στα γρήγορα για να μη κόβει την κίνηση. Η θειά η Μαρία, που μόλις ο άνδρας της γύρισε σε κακό χάλι από το μέτωπο, θεωρούσε χρέος της να εκδικηθεί για το κακό και ανέβαινε σε όποιο κάρο έβρισκε στο δρόμο της και έχοντας το κουβάρι του πλεξίματος στα χέρια, έκανε πως έπλεκε ως τη σαλονίκη, ενώ μέσα στο κουβάρι της είχε μηνύματα για τις ομάδες των ανταρτών. Οι κραυγές από τις τυράννιες στου Παύλου Μελά και τα βασανιστήρια ακούγονταν μέχρι το δρόμο. Και κάθε πρωί, αξημέρωτα ακόμα, ο γερμανός φρουρός φώναζε 5 ή 10 ονόματα που πήγαιναν για εκτέλεση ως αντίποινα των δυναστών.

Το θυμάται και κλαίει ο κυρ-Κώστας ακόμα, όταν ένα πρωί ακούστηκε το όνομά του ανάμεσα στα άλλα. Δεν το πίστευε, είχα μια ελπίδα ότι θα τον άφηναν, γιατί αυτός απλά πήγαινε στη λαχαναγορά και τον έβαλαν μέσα, άκουγε για τους άλλους και πονούσε πολύ για το κακό, αλλά να έρθει τώρα και η σειρά του; Δε το φαντάζονταν!!! Αποσβολώθηκε στη θέση του, δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα πόδια του βιδώθηκαν θαρρείς στο χώμα της φυλακής. Τα μάτια του άνοιξαν ορθάνοιχτα θαρρείς και θα πετάγονταν από τις κόγχες τους. Αυτόν φώναξαν, ή άκουσε λάθος; Σε μια στιγμή, και πριν προλάβει να φωνάξει «παρών» αντιλαμβάνεται τον Νίκο, ένα παλικάρι ίσαμε με τριάντα χρονώ, να στέκεται μπροστά του και του λέει:  «Τσιμουδιά»! Λαχτάρησε προς στιγμήν, «Εσύ του λέει έχεις γυναίκα και δυο παιδιά, εγώ δεν έχω κανέναν, μου τους φάγανε όλους τα σκυλιά, άσε με να το χαρώ λεβέντικα» και κάνοντας ένα σάλτο να φύγει φωνάζει ένα βροντερό «ΠΑΡΩΝ» και βγάζει και του πετά τα σκαρπίνια του και το παλτό του.

«Πάρτα του λέει να με θυμάσαι εκεί που πάω δεν μου χρειάζονται» και φεύγει τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο. Αυτό ήταν… ο Γερμανός φρύαξε και τον έστησε πρώτο στη σειρά. Όσοι από τους λαγκαδιανούς ή τους κατοίκους των άλλων χωριών πήγαιναν με τα κάρα τους στη Σαλονίκη, συχνά έστεκαν έξω από το στρατόπεδο να ακούσουν τον εθνικό ύμνο από τους μελλοθάνατους, έστεκαν προσοχή και έβγαζαν ευλαβικά την τραγιάσκα τους σε ένδειξη τιμής. Ύστερα σκούπιζαν κρυφά ένα δάκρυ και έφευγαν για την πόλη. Τέτοιες μέρες λοιπόν κάθε φορά οι ιστορίες επανέρχονταν στη μνήμη, λες και λειτουργούσε αυτόματα αυτή η μνήμη, σαν εθνική συνείδηση, και εμείς καθόμασταν με ορθάνοιχτα μάτια και αυτιά για να ακούσουμε ανδραγαθίες και παλικαριές, άθλους και θαύματα από ανθρώπους που δεν τους έπιανε το μάτι σου στα σοβαρά. Κάπως έτσι έφυγε κι ο κυρ-Δημητρός ο Μαυροβουνιώτης τελευταίες μέρες της κατοχής, καθώς περνούσε έξω από το στρατόπεδο και προφανώς ενόχλησε με την παρουσία του τον γερμανό σκοπό ο οποίος του επιτέθηκε με βρισιές και τον χτύπησε με το κοντάκι του. Ο κυρ-Δημητρός που είχε ακόμα ανοιχτή την πληγή από τον χαμό του γιου του στο Ιστίμπεη, δεν το άφησε έτσι, άρπαξε τον γερμανό και του μέτρησε τα κόκκαλα, αφήνοντάς τον σε κακά χάλια. Σε λίγη ώρα το σπίτι του κυκλώθηκε από ολόκληρο λόχο για να αντιμετωπίσουν έναν μεσήλικα άοπλο. Το σπίτι πήρε φωτιά, και ο κυρ-Δημητρός που δεν ήταν μέσα γλύτωσε μεν, αλλά δυο μέρες αργότερα τον βρήκαν στο ποτάμι κάτω από τη γέφυρα σκοτωμένο. Aφησε την τελευταία του πνοή με τη χαρά έστω μια μικρής εκδίκησης.

Σε λίγες μέρες η κραταιά Γερμανία αποχωρούσε ταπεινωμένη από μια καθημαγμένη Ελλαδίτσα και οι φοβεροί στρατιώτες του Γ’ Ράιχ, έτρεμαν και τη σκιά τους ακόμα. Ο Θεολόγος και ο Γιώργος πήγαν ως συνήθως και άλλα παιδιά, κοντά στις σκοπιές των γερμανών, εκλιπαρώντας για καμιά «τσοκολάτ». Ο φρουρός τρομοκρατημένος από τις φήμες περί αποχώρησής τους από την Ελλάδα, τους φαντάστηκε ως τρομερούς αντιπάλους και αντί για «τσοκολάτ» τους αντάμειψε με βρισιές και με ένα χτύπημα με τη ξιφολόγχη στον μηρό. Έφυγαν τα παιδιά τρομαγμένα, που αντί για γλύκα κέρδισαν μια πληγή στο πόδι και το μόνο που σκέφτηκαν τότε ήταν να κλωτσήσουν μέσα στα νερά ένα μικρό οπλοπολυβόλο που ήταν στημένο στην άκρη ενός χαντακιού γύρω από το στρατόπεδο, έτσι έκαναν κι αυτά την δική τους πράξη ανδρείας. Ο θεολόγος ως να φύγει από τη ζωή τέτοιες μέρες πάντα θυμόταν την πληγή στον γλουτό του και γελούσε.  Στις 24 Οκτωβρίου του ’44 η κραταιά αυτοκρατορία του Γ’ Ράιχ ανατινάζει την γέφυρα του Λαγκαδά και εγκαταλείπουν την Ελλάδα σε ερειπιώδη κατάσταση. «Σώπα όπου να ναι θα σημάνουν κι οι καμπάνες»!!! Και χτύπησαν στις 27 του Οκτωβρίου του 1944.

«Αυτά δεν ξεχνιούνται ποτέ» έλεγε ο θείος και γυάλιζαν τα μάτια του από πόνο αλλά και καμάρι.

«Επιλησθεί η δεξιά μου, κολληθεί η γλώσσα μου τω λαρύγγι μου εάν μη σου μνησθώ», δηλαδή « να ξεραθεί το χέρι μου και να κολλήσει η γλώσσα μου στο λάρυγγά μου εάν σε ξεχάσω». Ο δικός μας λόγος τιμής για την πατρίδα.



 

ALBUM ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



Επικοινωνία με lagadas.net
Επιτρέπεται η αναδημοσιεύση του υλικού μόνο με την αναφορά της πηγής © 2010 lagadas.net
design by aksium